Το πείραμα Bandura ήταν μια μελέτη που διεξήχθη από τον ψυχολόγο Albert Bandura το 1961, για να εξετάσει πώς τα παιδιά μαθαίνουν επιθετικές συμπεριφορές μέσω της παρατήρησης και της μίμησης ενός προτύπου.
Στο πείραμα, τα παιδιά είδαν έναν ενήλικα να δρα βίαια απέναντι σε μια κούκλα Bobo, που ήταν ένας ανθρωπόμορφος σάκος με αέρα. Υπήρχαν τρεις ομάδες παιδιών: μια ομάδα είδε τον ενήλικα να επιβραβεύεται για την επιθετική του συμπεριφορά, μια άλλη ομάδα είδε τον ενήλικα να τιμωρείται και μια τρίτη ομάδα είδε τον ενήλικα χωρίς καμία συνέπεια.
Μετά την παρατήρηση, τα παιδιά έμειναν μόνα τους σε ένα δωμάτιο με διάφορα παιχνίδια, συμπεριλαμβανομένης της κούκλας Bobo. Οι ερευνητές κατέγραψαν τη συμπεριφορά των παιδιών και μέτρησαν το επίπεδο της επιθετικότητάς τους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά που είδαν τον ενήλικα να επιβραβεύεται ήταν πιο πιθανό να μιμηθούν την επιθετική του συμπεριφορά, από ό,τι τα παιδιά που είδαν τον ενήλικα να τιμωρείται ή χωρίς συνέπεια. Επίσης, τα παιδιά που είδαν τον ενήλικα να τιμωρείται ήταν λιγότερο επιθετικά από ό,τι τα παιδιά που είδαν τον ενήλικα χωρίς συνέπεια. Τέλος, τα παιδιά που είδαν ένα πρότυπο του ίδιου φύλου με αυτά ήταν πιο πιθανό να μιμηθούν την επιθετική του συμπεριφορά, από ό,τι τα παιδιά που είδαν ένα πρότυπο του άλλου φύλου.
Το πείραμα Bandura είχε μεγάλη επιρροή στην ψυχολογία, καθώς απέδειξε τη σημασία της κοινωνικής μάθησης, δηλαδή της μάθησης μέσω της παρατήρησης και της μίμησης των άλλων. Ο Bandura υποστήριξε ότι η μάθηση δεν εξαρτάται μόνο από την ενίσχυση, όπως υποστήριζε η συμπεριφοριστική θεωρία, αλλά και από την επιρροή του περιβάλλοντος. Επίσης, ο Bandura τόνισε το ρόλο των γνωσιακών διαδικασιών, όπως η προσοχή, η μνήμη, η κρίση και η αυτο-ρύθμιση, στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς.
Αυτή η μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά αντιγράφουν αμέσως τα βίαια πρότυπα, ακόμα και αν δεν τα γνωρίζουν. Αυτό σημαίνει ότι μόνο η παρατήρηση της βίας, χωρίς να υπάρχει σχέση με το πρότυπο, είναι αρκετή για να προκαλέσει βίαιη συμπεριφορά στα παιδιά. Παλιότερες έρευνες για τη μιμητική μάθηση έχουν αποδείξει ότι, όσο περισσότερο ένα παιδί σέβεται ή αγαπά το πρότυπό του, τόσο περισσότερο θα αντιγράψει τη συμπεριφορά του. Άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι το παιδί αντιγράφει τη συμπεριφορά του πιο ισχυρού γονιού.
Επιπλέον, όσο περισσότερο ο γονιός χτυπάει το παιδί του, τόσο περισσότερο βίαιο γίνεται το παιδί. Δηλαδή όταν αυτό το παιδί μαλώνει με άλλα παιδιά, θα επιδείξει τη βία που έμαθε από το γονιό του. Αυτή η διαδικασία λειτουργεί ως εξής: το παιδί είναι ανυπάκουο – ο γονιός θέλει να διδάξει το παιδί να είναι υπάκουο – ο γονιός χτυπάει το παιδί – το παιδί παρακολουθεί τη συμπεριφορά του γονιού και επειδή τον αγαπά μιμείται τη συμπεριφορά του και τελικά όταν το παιδί είναι σε κατάσταση άγχους, μιμείται τη συμπεριφορά του γονιού και χτυπάει τον άλλο. Δηλαδή το παιδί δεν κάνει αυτό που ο γονιός του λέει ότι πρέπει να κάνει. Αντίθετα, παρακολουθεί τη συμπεριφορά του γονιού και αντιγράφει αυτή την ίδια συμπεριφορά.
Το πείραμα Bandura και η θεωρία της κοινωνικής μάθησης μας δείχνουν ότι η βίαιη συμπεριφορά δεν είναι κάτι φυσικό ή κληρονομικό, αλλά κάτι που μαθαίνουμε από το περιβάλλον μας. Οι γονείς έχουν μεγάλη ευθύνη να είναι θετικά πρότυπα για τα παιδιά τους και να μην τα εκθέτουν σε βία, είτε στο σπίτι, είτε στα μέσα ενημέρωσης. Η βία γεννάει βία και η μόνη λύση είναι η εκπαίδευση, η επικοινωνία και η αγάπη.
